Τετάρτη, 30 Μαρτίου 2016

Παναγιώτης Χατζηστεφάνου Διαδικτυακή αυτοπροσωπογραφία


Αποσπάσματα από την προσωπική του σελίδα στο fb.

Χωρίς το συναίσθημα ότι ανήκω στην ομάδα εκείνων που απειλούνται, θα ήμουν ένας φυγάς από την πραγματικότητα που παραδίδεται σε αυτήν οικειοθελώς.
Και δεν διστάζω ποτέ. Να παραμείνω φύλακας του πιο σκοτεινού σημείου. Σημαιοφόρος της απόγνωσης.
Αφού σου λέω…
Καταλαβαίνω πια ότι δεν συμβαίνουν όλα αυτά σε κάποιον άλλον, σε μένα συμβαίνουν αυτά, αυτή είναι η ζωή μου, δεν είναι μια ιστορία ή κάτι που θα αλλάξει, μόνο κάτι που θα συνηθίσω ή θα αποφεύγω. Για πόσο ακόμα θα υποφέρω ή θα αποφεύγω την ζωή μου?
Αφού σου λέω…
Δεν μπορώ να σταματήσω να συγκλονίζομαι πως έπαψε για μένα να υπάρχει αυτό που λες ψυχή, αυτό που λες συνείδηση, αυτό που λες μυαλό, αυτό που λες εαυτό, πως καταστράφηκε μια για πάντα η ύπαρξη μου από τον κραδασμό που κάνουν τα κόκαλα καθώς στα σπάνε, επίτηδες, να σε βασανίσουν μόνο και μόνο επειδή υπάρχεις.
Αφού σου λέω..
Αυτό εδώ το μέρος δεν είναι ασφαλές, το νοσοκομείο δεν είναι ένα ασφαλές μέρος, αυτός ο γιατρός δεν συμπεριφέρεται όπως ένας αληθινός γιατρός, για την ακρίβεια ούτε αυτός ο κόσμος είναι στ' αλήθεια ο κόσμος παρόλο που ζούμε μέσα σε αυτόν, ή τουλάχιστον προσπαθούμε να μην πεθάνουμε.

Η απόλυτη άρνηση συμφιλίωσης ή συνθηκολόγησης είναι το πρώτο και το τελευταίο μου καθήκον απέναντι σε μια πραγματικότητα που με βασανίζει, με τρομοκρατεί, με τραμπουκίζει, με δολοφονεί, προκειμένου να απολογηθώ για το γεγονός ότι υπάρχω.

Η πραγματικότητα αυτή δεν είναι ουρανοκατέβατη, έχει ονόματα, υπογραφές, πρόσωπα και διεύθυνση. Το ότι είναι προστατευμένη δεν την νομιμοποιεί, επειδή το καθεστώς που την διαφυλάσσει αυτήν την πραγματικότητα είναι ένα καθεστώς που βασίζεται σε νόμους φαύλους και μισάνθρωπους. Ηγείται από παράφρονες και εγκληματίες επικίνδυνους, και ουδεμία εξουσία δεν τους αναγνωρίζω. 
Ο μοναδικός λόγος που ζουν είναι επειδή έχουν όπλα και τα χρησιμοποιούν, δεν νομιμοποιούνται παρά μόνο δια της βίας.
Έχω αποφασίσει προ καιρού να ουρλιάζω μέχρι να πάθω αφωνία στα κρεματόρια, λίγο πριν να πάθω ασφυξία, ή να μου φυτέψουν καμιά σφαίρα, δεν εννοώ να κάνω ησυχία για χάρη καμίας ενοχλημένης οικοδέσποινας, καιγόμαστε στ' αλήθεια και θα ουρλιάζω φωτιά! μέχρι να γίνω στάχτη.

Η αυτοκτονία στην φάμπρικα θανάτου είναι η αναβολή που δεν καταδέχονται εκείνοι που αρνήθηκαν να ζουν στο περιθώριο της ελευθερίας του να επιζούν ως βασανισμένοι, τρομοκρατημένοι, εξοντωμένοι νοητικά, ηθικά, και σωματικά.
Αυτοκτονούν εκείνοι που αρνούνται να διαπραγματεύονται στα περιθώρια της ελευθερίας του να μην πεθάνουν, εκείνοι που αρνούνται να επιζούν στα περιθώρια του να υποφέρουν εκλιπαρώντας για την ζωή τους.
Η αυτοκτονία ενός ομήρου στην φάμπρικα θανάτου είναι η απώτατη πράξη άρνησης συνθηκολόγησης με το κακό.
Η αυτοκτονία απαιτεί την εκμηδενιστική υπαρξιακή υπέρβαση της ταύτισης του δήμιου με το θύμα,
Η αυτοκτονία είναι η συνείδηση που απαιτεί να σκοτώσει ο εκτελεστής τον εαυτό του.
Στην αυτοκτονία η συνείδηση εξαναγκάζεται να ταυτίσει το υποκείμενο με το αντικείμενο και να εξαφανίσει και τα δυο.

Στο παράδοξη κόλαση της αυτοχειρίας, η επιβεβαίωση της ύπαρξης καθώς αυτή ταυτίζεται με τον δήμιο της, βρίσκεται κρυμμένη, πίσω από τους βάτους της θνησιγενούς αντίφασης που απαιτεί να σκοτώσει κανείς τον εαυτό του επειδή κανείς δεν είναι αρκετά ελεήμων ούτε να τον σκοτώσει αλλά ούτε και να του επιτρέψει να ζήσει, εκεί, σε αυτό το πιο σκοτεινό απ΄όλα τα σημεία, βρίσκεται η σπηλιά της απόγνωσης ως καταφύγιο, που είναι και η τελευταία παρηγορητική στέγη για τον απελπισμένο αλλά αποφασισμένο να σωθεί πάση θυσία.

Στην νίκη του θανάτου επί αυτού του ακραίου εκβιασμού της συνείδησης, αφοπλίζεται αλλά δεν αθωώνεται από τον εξαναγκασμένο ο ανελέητος φονιάς που ανάγκασε το χέρι του αυτόχειρα να σκοτώσει τον ίδιο του τον εαυτό για να πάψει να υποφέρει.
Ο εξαναγκασμός στην αυτοκτονία του είναι το μαρτύριο που έζησε κάθε ακούσιος οσιομάρτυρας που πέθανε στην φάμπρικα θανάτου.
Ο ακούσιος οσιομάρτυρας, εκείνο δηλαδή το θύμα που επιτρέπεται να σκοτώσει ατιμώρητα ο οποιοσδήποτε, αλλά δεν θα μπορεί να μιλήσει κανείς για δολοφονία, αφού, αυτή θα επικαλούνταν δικαιοσύνη, ενώ το θύμα είναι εξ’ ορισμού μιαρό, και άρα ανυπεράσπιστο δια νόμου, οπότε καμία ελπίδα από κάποια αρχή ανθρώπινη ή υπερβατική δεν μπορεί να περιμένει.

Ο ακούσιος οσιομάρτυρας, αυτός για τον οποίο ο χρόνος σταμάτησε πάντα σε ένα εδώ και ένα τώρα, σε ένα παρόν αμετακίνητο, αμετακίνητο, ανελέητο, σε ένα παρόν που αρνούνταν να συνθηκολογήσει υπό οποιουσδήποτε όρους.
Ο χρόνος για τον ακούσιο οσιομάρτυρα σταμάτησε σε ένα παρόν με το οποίο του είχε απαγορευτεί να συνυπάρξει.
Ο επίμονος χρόνος, αυτός που κουβαλάμε διαρκώς σαν υπόλοιπο του σήμερα, και αυθαίρετα βαφτίζουμε παρελθόν, συκοφαντώντας τον, ενώ ο χρόνος της άρνησης συνθηκολόγησης με τους φονιάδες, και η ανάληψη ευθύνης για την αξιοπρέπεια, όσο λίγη και αν έχει απομείνει, συμβαίνει τώρα, και θα συμβαίνει όσο το τώρα αυτό διαρκεί.

Παναγιώτης Χατζηστεφάνου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου